Αναζητώντας τη χαρά

Απόσπασμα από το έργο

Ένας κύριος πηγαίνει στον ταξιτζή.

 

ΚΥΡΙΟΣ: Ταξί? Είσαι ελεύθερος?

 

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Όχι. Είμαι ταξιτζής.

 

Οι Πολύκαρπος, Μενέλαος και Ντένις γυρίζουν απότομα και παρακολουθούν τη συζήτηση παραξενεμένοι.

 

ΚΥΡΙΟΣ: Δηλαδή, μπορείς να με πας ως το λιμάνι?

 

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Βεβαίως κύριε. Περάστε στο άλλο ταξί εκεί κάτω.

 

Και δείχνει προς στο βάθος του δρόμου.

 

ΚΥΡΙΟΣ: Μα δεν υπάρχει ταξί…

 

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Ναι, αλλά μπορεί να περάσει…

 

ΚΥΡΙΟΣ: Α, ναι. Έχεις δίκιο. Ευχαριστώ πολύ. (Διστάζει) Εκεί είπατε? (Δείχνει προς την κατεύθυνση που έδειξε ο ταξιτζής)

 

ΤΑΞΙΤΖΗΣ: Ναι εκεί.

 

Και ο κύριος φεύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εν τω μεταξύ οι τρεις φίλοι έχουν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Κοιτιούνται μεταξύ τους.

 

ΝΤΕΝΙΣ:  Μα τι λεν αυτοί? Δεν κατάλαβα τίποτα.

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ: Λένε ότι τους έρθει στο κεφάλι. Ότι τους κατεβεί.

 

Ο Ντένις πάει να μιλήσει αλλά ο Πολύκαρπος τον διακόπτει.

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ: Ασυναρτησίες.

 

Ο Ντένις πάει να μιλήσει πάλι, αλλά ο Πολύκαρπος τον ξαναπρολαβαίνει.

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ: Μπούρδες.

 

Ο Ντένις πάει πάλι κάτι να πει…

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ: Άλλα ντ’ άλλων.

 

Ο Ντένις ξαναπροσπαθεί.

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ: Αρλούμπες.

 

Ο Ντένις κάνει κι άλλη απόπειρα.

 

ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ: Σαχλαμάρες.

 

ΝΤΕΝΙΣ (έντονα): Καταλάβαμε. Καταλάβαμε. Εγώ σε καταλαβαίνω. Αυτοί δεν καταλαβαίνονται. Σε κατάλαβα. Κατάλαβες?

 

Ο ταξιτζής βάζει μπροστά και φεύγει από τη σκηνή με το ταξί του. Τότε εμφανίζεται μία καθώς πρέπει κυρία, ντυμένη με ταγέρ, λουλουδάτο  καπέλο και μία τεράστια τσάντα. Φοράει γυαλιά με περίτεχνο σκελετό. Ο Μενέλαος την πλησιάζει και αυτή σταματά.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Συγνώμη μαντάμ. Μήπως ξέρετε που μπορούμε να βρούμε τη χαρά?

ΚΥΡΙΑ: Εσείς ξέρετε πόσες γυάρδες έχει η ίντσα τα μεσημέρια?

ΝΤΕΝΙΣ (έκπληκτος): Ε… όχι.

ΚΥΡΙΑ: Κακώς κύριέ μου. Κακώς.

Και η κυρία φεύγει. Οι τρεις φίλοι κοιτιούνται. Τότε έρχεται ένας νέος και τους ρωτάει.

ΝΕΟΣ: Θέλετε μήπως κάτι?

ΜΕΝΕΛΑΟΣ (απελπισμένα): Ναι κύριέ μου. Θέλουμε να βρούμε χαρά. Μπορείτε να μας πείτε μήπως που?

ΝΕΟΣ: Αυτό είναι όλο? Στο μαγαζί απέναντι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ευχαριστούμε κύριε. Ευχαριστούμε πολύ.

Γυρνάει στον Πολύκαρπο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Είδες που σου το ‘λεγα? Είδες? Η προσπάθεια αμείβεται.

Ο νέος φεύγει. Περνούν απέναντι και συναντούν τον υπάλληλο με την άσπρη ποδιά, που είναι αραχτός στην είσοδο του μαγαζιού.

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Γεια σας κύριε.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Γεια σας κύριοι.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Εδώ έχετε χαρά?

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: (τους κοιτάζει ξαφνιασμένος)  Ποια χαρά άνθρωπέ μου. Εδώ γάλα πουλάμε.

ΝΤΕΝΙΣ: Μα ο κύριος εκεί μας είπε να έρθουμε σε σας.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Ποιος? Αυτός εκεί απέναντι?

ΝΤΕΝΙΣ: Ναι. Αυτός.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Λογικό. Αυτός δουλεύει για το μαγαζί και στέλνει πελάτες.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Καλά. Εσείς μπορείτε να μας δώσετε πληροφορίες για τη χαρά?

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Γιατί όχι? Μπουκάλια φέρατε?

ΝΤΕΝΙΣ (διαμαρτύρεται): Μα δε θέλουμε γάλα…

ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: Τότε γιατί ήρθατε σε γαλατάδικο? Όχι, σας ρωτώ. Γιατί ήρθατε σε γαλατάδικο αφού δε θέλετε γάλα. Αααα. Δε θα συνεννοηθούμε σήμερα.

Λίγα τραγούδια από το έργο

Συναισθήματα

Κουρελού μπλούζ